Αποδείξεις λιανικής άνω των 500€: Η υποχρέωση τραπεζικής εξόφλησης και τα πρόστιμα που πρέπει να γνωρίζουν οι επιχειρήσεις
- Ιωάννης Σκάρδης

- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Η πληρωμή δεν αποτελεί λεπτομέρεια της συναλλαγής
Στην καθημερινή λειτουργία μιας επιχείρησης, η προσοχή συνήθως στρέφεται στην ορθή έκδοση του παραστατικού. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, η φορολογική υποχρέωση δεν σταματά στην έκδοση της απόδειξης λιανικής αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η εξόφλησή της.
Ιδιαίτερα στις συναλλαγές άνω των 500 ευρώ με ιδιώτες, η νομοθεσία είναι σαφής: η πληρωμή δεν μπορεί να πραγματοποιείται με μετρητά.
Παρότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται εδώ και αρκετά χρόνια, εξακολουθούν να παρατηρούνται περιπτώσεις όπου επιχειρήσεις ή πελάτες θεωρούν ότι η μερική χρήση POS ή μια “συνδυαστική” πληρωμή μετρητών και κάρτας αρκεί για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Τέτοιες επιλογές μπορεί να δημιουργήσουν σημαντικό φορολογικό κίνδυνο.
Τι προβλέπει η νομοθεσία για τις αποδείξεις άνω των 500€
Η παρ. 3 του άρθρου 20 του ν.3842/2010 ορίζει ότι φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας πεντακοσίων ευρώ και άνω, τα οποία εκδίδονται για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών προς ιδιώτες, πρέπει να εξοφλούνται αποκλειστικά μέσω τραπεζικών ή άλλων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής.
Η υποχρέωση αυτή καλύπτει κάθε μορφή λιανικής συναλλαγής, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας της επιχείρησης. Είτε πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων είτε για παροχή υπηρεσιών, το κρίσιμο στοιχείο είναι η συνολική αξία της απόδειξης.
Η πληρωμή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω POS, τραπεζικού εμβάσματος, κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό, e-banking ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής. Αντίθετα, η εξόφληση με μετρητά δεν επιτρέπεται.
Το συνηθέστερο λάθος που δημιουργεί πρόβλημα
Ένα από τα πιο συχνά λάθη είναι η αντίληψη ότι αρκεί ένα μέρος της συναλλαγής να περάσει μέσω τραπεζικού συστήματος.
Για παράδειγμα, σε μια απόδειξη λιανικής 1.000 ευρώ, αρκετοί θεωρούν ότι εφόσον τα 500 ευρώ πληρωθούν με κάρτα, το υπόλοιπο ποσό μπορεί να δοθεί σε μετρητά χωρίς συνέπειες. Η προσέγγιση αυτή όμως είναι λανθασμένη.
Η φορολογική διοίκηση εξετάζει ποιο μέρος της συναλλαγής εξοφλήθηκε εκτός τραπεζικού μέσου. Εφόσον τμήμα της απόδειξης πληρωθεί με μετρητά ενώ υπήρχε υποχρέωση ηλεκτρονικής εξόφλησης, δημιουργείται παράβαση για το ποσό που καταβλήθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μερική πληρωμή σε μετρητά μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές κυρώσεις.
Ποιο πρόστιμο επιβάλλεται
Η παρ. 2 περ. θ του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ότι επιβάλλεται πρόστιμο στον εκδότη της απόδειξης ίσο με το διπλάσιο του ποσού που δεν εξοφλήθηκε με τον προβλεπόμενο τρόπο.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις.
Αν, για παράδειγμα, σε απόδειξη λιανικής 1.000 ευρώ τα 600 ευρώ καταβληθούν με μετρητά και μόνο τα 400 ευρώ μέσω POS ή τραπεζικού μέσου, τότε το πρόστιμο υπολογίζεται πάνω στο ποσό των 600 ευρώ που εξοφλήθηκε αντικανονικά.
Συνεπώς, το πρόστιμο ανέρχεται στα 1.200 ευρώ.
Είναι εμφανές ότι σε αρκετές περιπτώσεις το διοικητικό πρόστιμο μπορεί να ξεπεράσει το πραγματικό οικονομικό όφελος της συναλλαγής.
Τι πρέπει να κάνει μια επιχείρηση αν λάβει μετρητά
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο πελάτης καταβάλλει μετρητά είτε από άγνοια είτε επειδή δεν έχει τη δυνατότητα άμεσης ηλεκτρονικής πληρωμής. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιχείρηση θα πρέπει να κινηθεί άμεσα ώστε να δημιουργήσει όσο το δυνατόν πληρέστερο αποδεικτικό αρχείο της συναλλαγής.
Είναι σημαντικό να εκδοθεί άμεσα απόδειξη είσπραξης, στην οποία να αναγράφεται το ποσό που παραλήφθηκε, και να υπογραφεί από τον πελάτη. Στη συνέχεια, το ποσό θα πρέπει να κατατεθεί από την επιχείρηση άμεσα στον τραπεζικό λογαριασμό της με σαφή αιτιολογία που να συνδέεται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Παράλληλα, πρέπει να διατηρείται στο αρχείο η απόδειξη της τραπεζικής συναλλαγής μαζί με κάθε σχετικό στοιχείο που αποδεικνύει τη διαδρομή της πληρωμής.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν αυτομάτως την παράβαση, μπορούν όμως να αποτελέσουν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία σε ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος της απόδειξης φέρει πάντοτε η επιχείρηση, η οποία οφείλει να μπορεί να αιτιολογήσει πλήρως τη συναλλαγή και τον τρόπο εξόφλησής της.
Τι ισχύει στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη διάκριση μεταξύ λιανικών συναλλαγών και συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων. Το συγκεκριμένο πρόστιμο του άρθρου 54 ΚΦΔ αφορά αποδείξεις λιανικής προς ιδιώτες και όχι συναλλαγές B2B.
Στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, όταν ένα τιμολόγιο εξοφληθεί με τρόπο που δεν προβλέπεται από τη φορολογική νομοθεσία, η βασική συνέπεια αφορά τη φορολογική αναγνώριση της δαπάνης. Δηλαδή, η δαπάνη δεν εκπίπτει φορολογικά από τα έξοδα της επιχείρησης που έλαβε το τιμολόγιο, στον βαθμό που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξόφλησης μέσω τραπεζικού μέσου.
Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό οι επιχειρήσεις να μην συγχέουν τις κυρώσεις που ισχύουν στη λιανική με αυτές που εφαρμόζονται στις διατραπεζικές συναλλαγές μεταξύ επαγγελματιών.
Συμπέρασμα
Η υποχρέωση τραπεζικής εξόφλησης αποδείξεων λιανικής άνω των 500 ευρώ δεν αποτελεί μια τυπική διαδικαστική απαίτηση της φορολογικής νομοθεσίας. Πρόκειται για διάταξη που συνδέεται άμεσα με ουσιαστικές φορολογικές κυρώσεις και με την ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της χρήσης μετρητών στις συναλλαγές.
Στη σημερινή εποχή, όπου οι φορολογικοί έλεγχοι βασίζονται ολοένα και περισσότερο στις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και στην ανάλυση τραπεζικών δεδομένων, η ορθή εξόφληση μιας συναλλαγής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φορολογικής συμμόρφωσης μιας επιχείρησης.
Η σωστή ενημέρωση, η ύπαρξη αποδεικτικού αρχείου και η προσοχή στις λεπτομέρειες μπορούν να προστατεύσουν μια επιχείρηση από πρόστιμα που πολλές φορές είναι δυσανάλογα σε σχέση με την ίδια τη συναλλαγή.



Σχόλια