top of page

Σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας Ελλάδας – Γερμανίας: τι πρέπει να γνωρίζετε

  • Εικόνα συγγραφέα: Ιωάννης Σκάρδης
    Ιωάννης Σκάρδης
  • πριν από 10 ώρες
  • διαβάστηκε 5 λεπτά
Infographic σε corporate ύφος για τη Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Ελλάδας–Γερμανίας, με σημαίες των δύο χωρών, εικονίδια φορολογίας και ενότητες για φορολογική κατοικία, επιχειρηματικά κέρδη, μερίσματα, τόκους, εργασία, συντάξεις και ακίνητα, που εξηγεί συνοπτικά πώς αποφεύγεται η διπλή φορολόγηση.

Η Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας κυρώθηκε με τον Α.Ν. 52/1967 και αφορά την αποφυγή της διπλής φορολόγησης, καθώς και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος, τον φόρο κεφαλαίου και, για τη γερμανική πλευρά, τον φόρο επιτηδεύματος. Η συμφωνία υπογράφηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 1966 και αποτελεί μέχρι σήμερα βασικό πλαίσιο για τη φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων που συνδέονται με Ελλάδα και Γερμανία.


Γιατί είναι σημαντική η σύμβαση


Η ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας σύμβασης είναι πρακτική. Πολλοί φορολογούμενοι έχουν δεσμούς και με τις δύο χώρες. Μπορεί να είναι κάτοικοι Ελλάδας και να λαμβάνουν σύνταξη από τη Γερμανία, να έχουν ακίνητο στη μία χώρα και φορολογική κατοικία στην άλλη, να εργάζονται προσωρινά στη Γερμανία ή στην Ελλάδα, ή να διατηρούν επιχειρηματική δραστηριότητα με διασυνοριακό χαρακτήρα.


Χωρίς ειδική συμφωνία, το ίδιο εισόδημα θα μπορούσε να φορολογηθεί και στα δύο κράτη. Η σύμβαση έρχεται να ορίσει ποιο κράτος έχει δικαίωμα φορολόγησης, πότε το δικαίωμα αυτό είναι αποκλειστικό και πότε η φορολόγηση μπορεί να γίνει και στα δύο κράτη, με μηχανισμό αποφυγής της διπλής επιβάρυνσης.


Φορολογική κατοικία και κέντρο ζωτικών συμφερόντων


Ένα από τα βασικά σημεία της σύμβασης είναι ο προσδιορισμός της φορολογικής κατοικίας. Κάτοικος ενός κράτους θεωρείται το πρόσωπο που, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, υπόκειται σε φορολογία λόγω κατοικίας, διαμονής, έδρας διοίκησης ή άλλου παρόμοιου κριτηρίου.


Όταν ένα φυσικό πρόσωπο θεωρείται κάτοικος και των δύο κρατών, εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες. Πρώτα εξετάζεται σε ποιο κράτος έχει μόνιμη κατοικία. Αν υπάρχει μόνιμη κατοικία και στα δύο κράτη, εξετάζεται με ποιο κράτος συνδέεται στενότερα προσωπικά και οικονομικά, δηλαδή πού βρίσκεται το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων. Αν αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί, λαμβάνεται υπόψη η συνήθης διαμονή και, στη συνέχεια, η υπηκοότητα.


Για τις εταιρείες, όταν υπάρχει ζήτημα διπλής κατοικίας, κρίσιμο στοιχείο είναι η έδρα της πραγματικής διοίκησης.


Επιχειρηματικά κέρδη και μόνιμη εγκατάσταση


Η σύμβαση προβλέπει ότι τα επιχειρηματικά κέρδη μιας επιχείρησης φορολογούνται κατά κανόνα μόνο στο κράτος όπου είναι κάτοικος η επιχείρηση. Υπάρχει όμως σημαντική εξαίρεση: όταν η επιχείρηση δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης, τότε το άλλο κράτος μπορεί να φορολογήσει τα κέρδη που αποδίδονται στη συγκεκριμένη μόνιμη εγκατάσταση.


Ως μόνιμη εγκατάσταση νοείται μια σταθερή επαγγελματική εγκατάσταση μέσω της οποίας διεξάγονται, συνολικά ή μερικά, οι εργασίες της επιχείρησης. Σε αυτήν μπορεί να περιλαμβάνονται έδρα διοίκησης, υποκατάστημα, γραφείο, εργοστάσιο, εργαστήριο, ορυχείο, λατομείο ή εργοτάξιο κατασκευής και συναρμολόγησης που διαρκεί περισσότερο από 12 μήνες.


Αντίθετα, δεν θεωρείται απαραίτητα μόνιμη εγκατάσταση ένας χώρος που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών, ούτε μια εγκατάσταση που έχει μόνο προπαρασκευαστικό ή βοηθητικό χαρακτήρα.


Μερίσματα, τόκοι και δικαιώματα


Για τα μερίσματα, η σύμβαση προβλέπει ότι μπορούν να φορολογηθούν στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου, αλλά μπορεί να υπάρξει φορολόγηση και στο κράτος της εταιρείας που τα καταβάλλει. Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος στο κράτος προέλευσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 25% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων.


Για τους τόκους, η σύμβαση προβλέπει επίσης δυνατότητα φορολόγησης στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου, αλλά και στο κράτος προέλευσης. Ο φόρος στο κράτος προέλευσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10% του ποσού των τόκων.


Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη για τα δικαιώματα. Τα δικαιώματα που προκύπτουν στο ένα κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου φορολογούνται μόνο στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου, εκτός αν συνδέονται με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο κράτος.


Εισόδημα από εργασία και κανόνας των 183 ημερών


Για μισθούς, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές, ο γενικός κανόνας είναι ότι φορολογούνται στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου, εκτός αν η εργασία ασκείται στο άλλο κράτος. Αν η εργασία ασκείται στο άλλο κράτος, τότε το εισόδημα μπορεί να φορολογηθεί εκεί.


Η σύμβαση περιλαμβάνει όμως τον γνωστό κανόνα των 183 ημερών. Αν ο εργαζόμενος βρίσκεται στο άλλο κράτος για διάστημα που δεν υπερβαίνει συνολικά τις 183 ημέρες μέσα στο οικείο φορολογικό έτος, αν η αμοιβή καταβάλλεται από εργοδότη που δεν είναι κάτοικος του άλλου κράτους και αν η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που διατηρεί ο εργοδότης εκεί, τότε η αμοιβή φορολογείται μόνο στο κράτος κατοικίας.


Συντάξεις Ελλάδας – Γερμανίας


Ένα από τα πιο συχνά πρακτικά ζητήματα αφορά τις συντάξεις. Η σύμβαση προβλέπει ότι οι συντάξεις και οι περιοδικές παροχές που λαμβάνει κάτοικος του ενός κράτους από πηγές του άλλου φορολογούνται, κατά κανόνα, μόνο στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου.


Υπάρχει όμως ειδική εξαίρεση για τις συντάξεις που καταβάλλονται από το Δημόσιο. Συντάξεις και περιοδικές παροχές που καταβάλλονται από το Ελληνικό Δημόσιο φορολογούνται μόνο στην Ελλάδα, ενώ αντίστοιχες παροχές που καταβάλλονται από το Δημόσιο της Γερμανίας φορολογούνται μόνο στη Γερμανία.


Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται με βάση την πηγή της σύνταξης, το είδος της παροχής και τη φορολογική κατοικία του δικαιούχου.


Εισόδημα από ακίνητα


Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία φορολογείται στο κράτος όπου βρίσκεται το ακίνητο. Αυτό ισχύει είτε το εισόδημα προέρχεται από άμεση χρήση, είτε από εκμίσθωση, είτε από άλλη μορφή εκμετάλλευσης του ακινήτου.


Επομένως, αν κάτοικος Γερμανίας έχει ακίνητο στην Ελλάδα, το εισόδημα από το ελληνικό ακίνητο μπορεί να φορολογηθεί στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, αν κάτοικος Ελλάδας έχει ακίνητο στη Γερμανία, το εισόδημα από το γερμανικό ακίνητο μπορεί να φορολογηθεί στη Γερμανία.


Καθηγητές, φοιτητές και εκπαιδευόμενοι


Η σύμβαση περιέχει ειδικές διατάξεις για καθηγητές, φοιτητές και μαθητευόμενους. Εισόδημα καθηγητή από το ένα κράτος, για διδασκαλία ή επιστημονική εργασία σε πανεπιστήμιο του άλλου κράτους, δεν φορολογείται στο άλλο κράτος όταν η προσωρινή παραμονή δεν υπερβαίνει τα δύο έτη.


Επίσης, χρηματικά ποσά που λαμβάνει φοιτητής ή μαθητευόμενος για τη συντήρηση, εκπαίδευση ή εξάσκησή του δεν φορολογούνται στο κράτος όπου σπουδάζει, εφόσον προέρχονται από πηγές εκτός του κράτους αυτού.


Πώς αποφεύγεται πρακτικά η διπλή φορολογία


Για κάτοικο Ελλάδας, η σύμβαση προβλέπει ότι ο φόρος που καταβάλλεται στη Γερμανία, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία και τη σύμβαση, παρέχεται ως πίστωση έναντι του ελληνικού φόρου που αναλογεί στο ίδιο εισόδημα.


Με απλά λόγια, όταν ένα εισόδημα γερμανικής πηγής δηλώνεται στην Ελλάδα από φορολογικό κάτοικο Ελλάδας και έχει ήδη φορολογηθεί στη Γερμανία, ο φόρος που καταβλήθηκε στη Γερμανία μπορεί να ληφθεί υπόψη στην Ελλάδα, ώστε να μην υπάρξει διπλή φορολογική επιβάρυνση για το ίδιο εισόδημα.


Για κάτοικο Γερμανίας, η σύμβαση ακολουθεί διαφορετική τεχνική, καθώς προβλέπει, κατά περίπτωση, εξαίρεση από τη γερμανική φορολογική βάση για εισοδήματα που φορολογούνται στην Ελλάδα, αλλά και πίστωση φόρου σε συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδημάτων.


Ανταλλαγή πληροφοριών και αμοιβαία συμφωνία


Η σύμβαση δεν περιορίζεται μόνο στον καθορισμό του κράτους φορολόγησης. Περιλαμβάνει και διατάξεις διοικητικής συνεργασίας. Οι αρμόδιες αρχές Ελλάδας και Γερμανίας μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της σύμβασης ή για την αποτροπή φοροδιαφυγής.


Παράλληλα, αν ένας φορολογούμενος θεωρεί ότι οι ενέργειες των φορολογικών αρχών οδηγούν ή θα οδηγήσουν σε διπλή φορολογία αντίθετη με τη σύμβαση, έχει τη δυνατότητα να θέσει την υπόθεσή του ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους κατοικίας του, ώστε να αναζητηθεί λύση μέσω αμοιβαίας συμφωνίας.


Τι πρέπει να προσέξει ο φορολογούμενος


Η Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Ελλάδας – Γερμανίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά δεν εφαρμόζεται μηχανικά. Κάθε περίπτωση χρειάζεται προσεκτική εξέταση. Πρέπει να ελεγχθεί η φορολογική κατοικία, το είδος του εισοδήματος, η χώρα προέλευσης, το αν υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, καθώς και το αν ο φόρος έχει πράγματι παρακρατηθεί ή καταβληθεί στο άλλο κράτος.


Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη σωστή δήλωση των εισοδημάτων αλλοδαπής στην ελληνική φορολογική δήλωση. Το γεγονός ότι ένα εισόδημα φορολογείται στη Γερμανία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν πρέπει να δηλωθεί στην Ελλάδα, εφόσον ο φορολογούμενος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Το κρίσιμο είναι να δηλωθεί σωστά και να εφαρμοστεί ο κατάλληλος μηχανισμός αποφυγής της διπλής φορολογίας.


Συμπέρασμα


Η Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Ελλάδας – Γερμανίας αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο προστασίας για φορολογούμενους που έχουν εισοδήματα, περιουσία ή επαγγελματική δραστηριότητα που συνδέεται και με τις δύο χώρες. Ρυθμίζει ζητήματα όπως επιχειρηματικά κέρδη, μισθούς, συντάξεις, μερίσματα, τόκους, δικαιώματα και εισόδημα από ακίνητα, δίνοντας σαφείς κανόνες για το πότε και πού φορολογείται κάθε εισόδημα.


Η σωστή εφαρμογή της σύμβασης μπορεί να αποτρέψει διπλή φορολόγηση, λάθη στη δήλωση και μελλοντικές φορολογικές αμφισβητήσεις. Για τον λόγο αυτό, κάθε περίπτωση Ελλάδας – Γερμανίας πρέπει να εξετάζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα του φορολογούμενου και τις ειδικές διατάξεις της σύμβασης.

 
 
 

Σχόλια


bottom of page